ἔγχλωρος

ἔγχλωρος, ον,
A greenish, Thphr.HP3.12.5 ([comp] Comp.), Dsc.3.37.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγχλωρος — ἔγχλωρος, ον (Α) πρασινωπός …   Dictionary of Greek

  • ἔγχλωρος — greenish masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχλωρότερον — ἔγχλωρος greenish adverbial comp ἔγχλωρος greenish masc acc comp sg ἔγχλωρος greenish neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχλωρον — ἔγχλωρος greenish masc/fem acc sg ἔγχλωρος greenish neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχλώρους — ἔγχλωρος greenish masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχλωροι — ἔγχλωρος greenish masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχλωροτέρα — ἐγχλωροτέρᾱ , ἔγχλωρος greenish fem nom/voc/acc comp dual ἐγχλωροτέρᾱ , ἔγχλωρος greenish fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγχλοος — ἔγχλοος, ον (Α) ο έγχλωρος …   Dictionary of Greek

  • χλωρός — ή, ό / χλωρός, ά, όν, ΝΜΑ 1. (για φυτό ή βλαστό) αυτός που έχει βλαστήσει ή που μόλις έχει κοπεί, που είναι ακόμη πράσινος και τρυφερός (α. «τού δὲντρου τα κλαδιά χλωρά / πυκνά», Παλαμ. β. «χλωρὸν ἄνθος», Διοσκ.) 2. αυτός που έχει το χρώμα τών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.